O ΖΟΥΡΝΑΣ

Ο ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα είναι ένα όργανο τύπου όμποε, με διπλό γλωσσίδι. Ζουρνάς λέγεται κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη, τη δυτική Ρούμελη και τη Μυτιλήνη, ενώ στην άλλη Ελλάδα λέγεται συνήθως καραμούζα και καραμούτζα ή πίπιζα και πίπιτζα. Εκτός από τις παραλλαγές: ζορνές (Κύπρος), ζορνάς (περιοχή Κοζάνης), τζουρνάς (Λευκάδα), πίπεζα, πίπιτσα, πίπιτζα, πίπτσα, πίπα, κλπ, λέγεται επίσης νιάκαρο (το) ή νιάκαρα (η) στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά και καλάμι στη δυτική Ρούμελη. Σημειώνουμε επίσης την παλιότερη λόγια ονομασία αυλός. «Ας αφήσωμεν μακράν ημών πλέον τους λιγυφθόγγους αυλούς και τα βροντόφωνα τύμπανα...» γράφει στα 1897 ο Γ. Ν. Βιζυηνός.

Ο ζουρνάς φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, περίπου από 22 έως 60 εκ., από διάφορα ξύλα: οξιά, κερασιά, καρυδιά, ελιά, μαυρομουριά, κουμαριά, βερικοκιά, μουσμουλιά, ρείκι, σφεντάμι, και σπάνια από έβενο. Φτιάχνεται ακόμα και από πάφιλα (λεπτό ορειχάλκινο έλασμα), για να μη σπάει εύκολα, όσο και αν η ποιότητα του ήχου του, όπως ομολογούν οι ίδιοι οι λαϊκοί μουσικοί, υστερεί σε σύγκριση με τον ξύλινο ζουρνά. Τους πιο μικρούς ζουρνάδες τους συναντάμε σήμερα στη δυτική Ρούμελη – τα ξακουστά ψιλά ζουρνάδια του Μεσολογγίου – και τους πιο μεγάλους, με βαθύτερο ήχο, στη Μακεδονία. Στην άλλη Ελλάδα ο ζουρνάς, που λέγεται συνήθως καραμούζα ή πίπιζα, έχει μήκος περίπου 30 έως 40 εκ.

Κάθε ζουρνάς αποτελείται από τρία μέρη: τον κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη και το κανέλι με την τσαμπούνα. Ο σωλήνας του ζουρνά – συνήθως ελαφρά κωνικός, κάποτε όμως και κυλινδρικός – καταλήγει σ' ένα χωνί (ή καμπάνα ή τατάρα), περισσότερο ή λιγότερο ανοικτό. Φτιάχνεται από ξερό και χωρίς ρόζους ξύλο, για ν’ αντέχει στο δούλεμα και τις καιρικές μεταβολές, και το τοίχωμά του πρέπει να είναι ισόπαχο και λεπτό. Το τελευταίο αυτό συμβάλλει στην καθαρότητα, την ένταση και την ποιότητα του ήχου. Το σωλήνα τον τρυπούν, σήμερα, με τρυπάνι. Παλιότερα με μια πυρακτωμένη λεπτή σιδερένια βέργα. Άλλοτε, τα ξύλα απ' τα οποία έφτιαχναν τους ζουρνάδες τα έβραζαν, για να είναι σίγουροι ότι δεν θα ραγίσουν. Σήμερα, όταν ραγίσει ο σωλήνας του ζουρνά τον τυλίγουν σφιχτά με μια φούσκα (κύστη) που παίρνουν από σφαγμένο ζώο. Με τον καιρό η φούσκα ξεραίνεται και γίνεται ένα με το ξύλο, κι έτσι το προφυλάγει από μελλοντικά ραγίσματα.

Στην επάνω μεριά του σωλήνα μπαίνει ο κλέφτης, που πρέπει να εφαρμόζεται καλά για να μη χάνεται καθόλου αέρας στο φύσημα. Ο κλέφτης λέγεται επίσης μάνα, κεφαλάρι, πιστόμιο ή πιστόμι (Μακεδονία), φάσουλας (δυτική Ρούμελη) κλπ. και φτιάχνεται συνήθως από πυξάρι, αλλά και από άλλα ξύλα (κέδρο, νεραντζιά, ελιά, κ.α.).

Στον κλέφτη προσαρμόζουν το κανέλι με την τσαμπούνα. Το κανέλι ή κανούλι ή καρνέλι είναι ένα λεπτό, από πάφιλα, κυλινδρικό σωληνάκι, πάνω στο οποίο δένουν το καλαμένιο γλωσσίδι, την τσαμπούνα. Η τσαμπούνα λέγεται επίσης: τσιμπόν (Πόντος), τσαπούνι ή τσαμπούνι (Πελοπόννησος), πιπίνι (Βόλος, Λιβαδειά), πιπίγκι (Ρούμελη), πιπινάρι (Γιδάς), πίσκα (Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης).

Το γλωσσίδι είναι η μόνιμη έγνοια κάθε ζουρνατζή: ποια εποχή θα αναζητήσει τα καλάμια απ' τα οποία θα φτιάξει τα γλωσσίδια του ζουρνά, τι καλάμια θα διαλέξει και ποια προετοιμασία απαιτείται έως ότου φτιάξει τα γλωσσίδια, όλα αυτά έχουν πίσω τους μια μακριά παράδοση, παρά τις όποιες διαφορές από τόπο σε τόπο. Τα γλωσσίδια τα φτιάχνουν από αγριοκάλαμο (φραγμίτης ο κοινός). Τα αγριοκάλαμα αυτά – με πολύ λεπτό τοίχωμα και διάμετρο 5-9 περίπου εκατοστά – τα κόβουν στις λίμνες και τα ποτάμια τον Ιούλιο και τον Αύγουστο σε πολλές περιοχές της χώρας.

Εξάρτημα του ζουρνά είναι και η φούρλα, ένας δίσκος από κόκαλο, μέταλλο – συχνά ένα ασημένιο νόμισμα – ή και ξύλο. τρυπημένη στο κέντρο, την περνούν απ’ το γλωσσίδι και την αφήνουν «να καθίσει πάνω στον κλέφτη». Στο παίξιμο ο ζουρνατζής ακουμπάει τα χείλια του πάνω στη φούρλα κι αυτό τον βοηθάει να φυσάει ευκολότερα. Η φούρλα, αν και διαφέρει μορφολογικά, λειτουργεί όπως η φορβιά του αρχαιοελληνικού αυλού.

Ο ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα έχει 7 τρύπες μπροστά, συνήθως στρογγυλές, και σε ίση απόσταση τη μία από την άλλη και 1 τρύπα πίσω για τον αντίχειρα. Εκτός από τις 7+1 τρύπες για τα δάκτυλα, ο ζουρνάς έχει και άλλες ακόμα τρύπες στο κάτω μέρος του ηχείου του. Οι τρύπες αυτές, που δεν πατιούνται ποτέ αλλά μένουν πάντα ανοικτές, επιδρούν στην τονικότητα του οργάνου και την ποιότητα του ήχου του. Εάν τις κλείσουμε, χαμηλώνει η τονικότητα της κλίμακας που δίνει το όργανο και αλλοιώνεται η ακρίβεια των διαστημάτων της και το χρώμα του ήχου. Ο αριθμός τους, ανάλογα με την παράδοση της περιοχής αλλά και την ακουστική ευαισθησία και επιτηδειότητα εκείνου που φτιάχνει ή και παίζει το ζουρνά ποικίλει από 1 έως 10. Ο αριθμός των τρυπών που ανοίγουν στο κάτω μέρος του ζουρνά είναι ανάλογος με το μήκος του οργάνου.

Στο παίξιμο του ζουρνά το γλωσσίδι μπαίνει ολόκληρο μέσα στο στόμα. Με το φύσημα τα δύο χείλια του γλωσσιδιού πάλλονται, δηλαδή ανοιγοκλείνουν και χτυπούν το ένα το άλλο κι αυτό δημιουργεί τον ήχο. Χαρακτηριστική είναι η τεχνική της ταυτόχρονης εισπνοής και εκπνοής αέρα που χρησιμοποιούν οι καλοί ζουρνατζήδες. Ο ζουρνατζής, ενώ εξακολουθεί να παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα αέρα από τη μύτη, που αποθηκεύει στη στοματική κοιλότητα, για να χρησιμοποιήσει σε λίγο, αντικαθιστώντας τον με νέο αέρα, χωρίς να σταματήσει ούτε στιγμή «να φυσάει», δηλαδή να παίζει το όργανό του. Πριν αρχίσει να παίζει, ο ζουρνατζής κρατάει για λίγο στο στόμα του το γλωσσίδι για να μουσκέψει. Άλλοτε πάλι μουσκεύει το γλωσσίδι με λίγο νερό ή κρασί.

Η έκταση της διατονικής κλίμακας που δίνει ο ζουρνάς είναι μια οκτάβα και δύο φθόγγοι. Με δυνατότερο όμως φύσημα και κατάλληλο σφίξιμο των χειλιών, ο καλός ζουρνατζής δίνει πολύ περισσότερους φθόγγους. Τους φθόγγους όμως αυτούς δεν τους χρησιμοποιεί συχνά, γιατί απαιτούν από το ζουρνατζή ένα πολύ κουραστικό φύσημα. Το ύψος της τονικής εξαρτάται, όπως και στη φλογέρα, από το μήκος του ζουρνά, αλλά και από τις διαστάσεις του γλωσσιδιού. Χάρη στην κατάλληλη δακτυλοθεσία και το κατάλληλο φύσημα, ο καλός ζουρνατζής εξουδετερώνει την ώρα παιξίματος τις όποιες κατασκευαστικές ατέλειες του οργάνου και δίνει – όταν μέσα του έχει την παράδοση της δημοτικής μελωδίας – τα διαστήματα της φυσικής και όχι της συγκερασμένης κλίμακας.

Με τον οξύ, διαπεραστικό του ήχο, ο ζουρνάς είναι ένα όργανο για ανοικτό χώρο. Εκεί, στο πανηγύρι ή το γλέντι στην πλατεία του χωριού, η άγρια, όπως θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς, γοητεία και μαζί γλυκύτητα του ήχου του, εκφράζουν περισσότερο ίσως από κάθε άλλο λαϊκό όργανο το ύφος και το «ήθος» του δημοτικού μέλους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στο παίξιμο του ζουρνά δεν έχουμε διακυμάνσεις δυναμικής. Στο μονοφωνικό αυτό όργανο ο ζουρνατζής ξεμπολιάζει διαρκώς τη μελωδία με τρίλιες, αποτζατούρες και άλλα μουσικά στολίδια. Με τονισμούς που πετυχαίνει με το κατάλληλο κάθε φορά φύσημα. Με γκλισάντα, που κάνει όταν φουντώνει το κέφι, περνώντας ένα του δάκτυλο πάνω απ' όλες τις τρύπες του οργάνου.

Ο ζουρνάς παίζεται πάντα μαζί με το νταούλι. Τα δύο αυτά όργανα αποτελούν το παραδοσιακό οργανικό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Συνήθως παίζουν: ένας ζουρνάς και ένα νταούλι ή δύο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Όταν παίζουν δύο ζουρνάδες, ο ζουρνατζής που παίζει τη μελωδία λέγεται μάστορας ή πριμαδόρος, και ο άλλος, αυτός που κρατάει το ίσο – συνήθως την τονική της κλίμακας στην οποία παίζει τη μελωδία ο μάστορας – μπασαδόρος ή πασαδόρος. Εκτός από το ίσο, ο μπασαδόρος, όταν είναι καλός, παίζει μαζί με το μάστορα και ορισμένες φράσεις μελωδίας. Για να «ταιριάσουν» οι δύο ζουρνάδες – να δίνουν δηλαδή της ίδιας οξύτητας φθόγγους – κονταίνουν ή μακραίνουν τον έναν από τους δύο, χώνοντας βαθύτερα ή τραβώντας προς τα έξω, το γλωσσίδι ή και τον κλέφτη του ζουρνά.

 

 

* Βιβλιογραφία: Φοίβος Ανωγειανάκης, "Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα", Β' έκδοση, Εκδοτικός οίκος "Μέλισσα", 1991, Αθήνα, ISBN: 960-204-005-X